Παρασκευή, 28/08/2026 | 12:08

Ιός του Δυτικού Νείλου: Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο και πώς προστατευόμαστε

35 Προβολές
Σπύρος Πλέουρας | 28/08/2026, 11:25 πμ | 0 σχόλια

Ο ιός του Δυτικού Νείλου (West Nile virus, WNV) είναι ένας RNA ιός της οικογένειας Flaviviridae και ανήκει στην ίδια ευρύτερη αντιγονική ομάδα με τον ιό της ιαπωνικής εγκεφαλίτιδος. Προκαλεί σήμερα μία από τις σημαντικότερες λοιμώξεις που μεταδίδονται από κουνούπια στην Αμερική, Αυσταραλία, Αφρική, Μέση Ανατολή αλλά και στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στις χώρες της Μεσογείου, με σημαντικότερους διαβιβαστές τα συνήθη κουνούπια του γένους Culex. Η φυσική δεξαμενή είναι τα πτηνά, ενώ τα κουνούπια μολύνονται τσιμπώντας τα πτηνά και ο άνθρωπος θεωρείται τυχαίος και “αδιέξοδος” ξενιστής.

«Η λοίμωξη από τον ιό του Δυτικού Νείλου απασχολεί τη Δημόσια Υγεία γιατί παρουσιάζει έντονη εποχικότητα, λόγω της μεγαλύτερης κυκλοφορίας του ιού άρα και της εμφάνισης κρουσμάτων από το καλοκαίρι έως τις αρχές του φθινοπώρου, ενώ ο έλεγχός της χρειάζεται σημαντικά μέτρα επιτήρησης και πρόληψης από την πολιτεία και την τοπική αυτοδιοίκηση.

Η αύξηση της θερμοκρασίας, η παρουσία υδάτινων επιφανειών και ευνοϊκών οικοσυστημάτων για τα κουνούπια, καθώς και οι μετακινήσεις των πτηνών, ευνοούν την εξάπλωσή του. Η Ελλάδα, όπως και η Ιταλία, Ρουμανία, Γαλλία, Ισπανία κ.λπ., είναι μία από τις ευρωπαϊκές χώρες όπου ο ιός έχει εγκατασταθεί και προκαλεί ανθρώπινα κρούσματα, όπως συμβαίνει αυτή τη περίοδο τα τελευταία χρόνια», αναφέρει ο κ. Χαράλαμπος Γώγος, Καθηγητής Λοιμωξιολογίας, Διευθυντής της Παθολογικής-Λοιμωξιολογικής Κλινικής Metropolitan General.

Πώς μεταδίδεται
Σχεδόν όλες οι περιπτώσεις μετάδοσης του ιού στον άνθρωπο είναι μέσω τσιμπήματος μολυσμένου κουνουπιού. Το κουνούπι μολύνεται όταν τραφεί από μολυσμένο πτηνό και στη συνέχεια μπορεί να μεταδώσει τον ιό στον άνθρωπο. Η μετάδοση δεν γίνεται συνήθως από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω κουνουπιών ή με την καθημερινή κοινωνική επαφή, όμως έχουν περιγραφεί σπάνιες μεταδόσεις μέσω μετάγγισης αίματος, η οποία αποφεύγεται μέσω του προληπτικού μοριακού ελέγχου του αίματος, καθώς και μέσω μεταμόσχευσης οργάνων, ιστών ή κυττάρων. Έχουν επίσης αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις μετάδοσης από μητέρα σε παιδί και μέσω επαγγελματικής έκθεσης σε εργαστηριακό περιβάλλον.

Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο
Η πλειονότητα των ανθρώπων (60-80%) που μολύνονται δεν εμφανίζει κανένα σύμπτωμα. Περίπου 20-40% εμφανίζουν ήπια εμπύρετη νόσο, ενώ περίπου 0.5-1% αναπτύσσει νευροδιηθητική νόσο με προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος και θνητότητα που μπορεί να φτάσει και το 5-10%. Σε ευάλωτους και ηλικιωμένους ασθενείς, που αναπτύσσουν νευροδιηθητική νόσο, η θνητότητα μπορεί να φτάσει μέχρι και 20%. Σημαντικότεροι παράγοντες κινδύνου για σοβαρή νόσο είναι η προχωρημένη ηλικία, η παρουσία σοβαρής υποκείμενης νόσου, όπως οι σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση, η νεφρική νόσος, οι αιματολογικές / κακοήθεις παθήσεις και κυρίως ορισμένες καταστάσεις ανοσοκαταστολής.

Συμπτώματα και τρόποι διάγνωσης
«Η περίοδος επώασης είναι συνήθως 2–7 ημέρες, ενώ σε ανοσοκατεσταλμένους μπορεί να είναι μεγαλύτερη. Η ήπια μορφή, γνωστή ως πυρετός του Δυτικού Νείλου, μπορεί να προκαλέσει πυρετό, κεφαλαλγία, μυαλγίες, κακουχία, κόπωση, γαστρεντερικά συμπτώματα, εξάνθημα και οφθαλμικό πόνο, που διαρκούν 3-10 ημέρες. Τα συμπτώματα είναι μη ειδικά και επομένως μπορεί να μοιάζουν με πολλές άλλες ιογενείς λοιμώξεις, ενώ στην περίπτωση της επινέμησης του κεντρικού νευρικού συστήματος, με παρουσία μηνιγγίτιδος, εγκεφαλίτιδας και παράλυσης, η διαφοροδιάγνωση περιλαμβάνει άλλες ιογενείς εγκεφαλίτιδες και μηνιγγίτιδες, όπως η ερπητική μηνιγγοεγκεφαλίτιδα, καθώς και η βακτηριακή μηνιγγίτιδα, εγκεφαλίτιδα από άλλους αρμποϊούς, κλπ..

Η διάγνωση είναι εύκολη και βασίζεται στην υποψία λόγω συμπτωμάτων και τον συνδυασμό της κλινικής εικόνας, του επιδημιολογικού ιστορικού (τόπος κατοικίας) και εργαστηριακών εξετάσεων, όπως η ανίχνευση ειδικών IgM αντισωμάτων στον ορό και, όταν υπάρχει νευρολογική προσβολή, στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Η ανίχνευση του RNA του ιού με μοριακές τεχνικές, όπως η PCR, μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί τόσο στο αίμα, όσο και στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, με χαμηλότερη όμως ευαισθησία», εξηγεί ο ειδικός.

Πώς αντιμετωπίζεται
Δεν υπάρχει σήμερα ειδικό φάρμακο ή ειδική προφυλακτική θεραπεία για τη λοίμωξη από τον ιό και η αντιμετώπιση είναι συμπτωματική και υποστηρικτική. Στις ήπιες μορφές περιλαμβάνει επαρκή ενυδάτωση, ανάπαυση και αντιμετώπιση του πυρετού και του πόνου. Οι ασθενείς με εγκεφαλίτιδα, μηνιγγίτιδα ή οξεία χαλαρή παράλυση χρειάζονται νοσηλεία και στενή παρακολούθηση, συχνά σε νοσοκομειακό περιβάλλον υψηλής φροντίδας. Η εισαγωγή σε ΜΕΘ με υποστήριξη της αναπνοής και η αντιμετώπιση των διαταραχών συνείδησης, σπασμών και άλλων επιπλοκών αποτελεί σε αυτές τις περιπτώσεις βασικό μέρος της θεραπείας.

Πηγή: newsit.gr

 

Σχολιάστε εδώ

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Παρόμοια άρθρα