Πέμπτη, 02/07/2020 | 07:08

«Οι επιχειρήσεις ρισκάρουν, πρέπει να ρισκάρουν και οι τράπεζες και να δώσουν ρευστότητα στην αγορά»

34 Προβολές
Σπύρος Πλέουρας | 23/06/2020, 3:26 μμ | 0 σχόλια

 

 

 

Θανάσης Καββαδάς προς Ένωση Ελληνικών Τραπεζών: Οι επιχειρήσεις ρισκάρουν, πρέπει να ρισκάρουν και οι τράπεζες και να δώσουν ρευστότητα στην αγορά

 

Ομιλία σε κοινή συνεδρίαση της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων και της Επιτροπής Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής πραγματοποίησε ο Βουλευτής Ν.Λευκάδας Θανάσης Καββαδάς, σχετικά με την ανάγκη παροχής ρευστότητας από τις τράπεζες στην αγορά. 

Η ομιλία πραγματοποιήθηκε σε συνεδρίαση ενημέρωσης των μελών των Επιτροπών από τους Υπουργούς Οικονομικών, κ. Χρήστο Σταϊκούρα και Ανάπτυξης και Επενδύσεων, κ. Άδωνι Γεωργιάδη, παρουσία εκπροσώπων της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, σχετικά με τα μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας των επιχειρήσεων, την πρόσβαση των επιχειρήσεων στα χρηματοδοτικά εργαλεία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και τη ρύθμιση της αστικής ευθύνης επιχειρήσεων εστίασης από κρούσματα Κορωνοϊού COVID-19.

Ο Βουλευτής επεσήμανε ότι η Κυβέρνηση δίνει τη δυνατότητα στις τράπεζες να ασκήσουν τον πραγματικό τους ρόλο που είναι η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και της οικονομίας, παρέχοντας κρατικές εγγυήσεις, αλλά και θέτοντας σε λειτουργία δύο σημαντικά χρηματοδοτικά εργαλεία, το Ταμείο Επιχειρηματικότητας, γνωστό ως ΤΕΠΙΧ ΙΙ, και το Ταμείο Εγγυοδοσίας.

 

Μετέφερε ωστόσο τον προβληματισμό του επιχειρηματικού κόσμου και των επαγγελματιών για την περιορισμένη ροή δανειοδοτήσεων και μάλιστα σε μια στιγμή που το μέγα ζητούμενο είναι η ρευστότητα, γεγονός που αποδεικνύεται και από τον μεγάλο αριθμό των αιτήσεων που έχουν υποβληθεί τόσο για τα δάνεια του Ταμείου Εγγυοδοσίας, όσο και για τα δάνεια του ΤΕΠΙΧ ΙΙ. Ειδικά στο ΤΕΠΙΧ ΙΙ υποβλήθηκαν πάνω από 100.000 αιτήσεις δανειοδότησης και εγκρίθηκαν περίπου 10.000.

Στηλίτευσε το γεγονός ότι παλαιότερα οι τράπεζες έδιναν δάνεια αφειδώς, κυρίως σε αυτούς που δεν τα χρειάζονταν, πλην όμως τώρα κινδυνεύουμε να φτάσουμε στο άλλο άκρο, δηλαδή να μην δίνουν δάνεια σε αυτούς που πραγματικά τα χρειάζονται, δηλαδή σε επιχειρήσεις που πασχίζουν να σταθούν στα πόδια τους και να παραμείνουν ζωντανές – παρά το γεγονός ότι έχουν δοθεί κρατικές εγγυήσεις, σε ποσοστό ακόμα και 80%, για τα δάνεια του Ταμείου Εγγυοδοσίας.

 

Τόνισε ότι πρέπει να επανεξεταστεί το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τα κριτήρια δανειοδότησης, ώστε να διευκολυνθούν οι επιχειρήσεις, επισημαίνοντας ότι και οι ίδιες οι τράπεζες πρέπει να αναλάβουν κάποιο ρίσκο, όπως ρίσκο παίρνουν όλοι όσοι επενδύσουν ή δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά.

Τέλος, επεσήμανε ότι η φερεγγυότητα μιας επιχείρησης δεν πιστοποιείται μόνο με cash collateral, δηλαδή εμπράγματες εγγυήσεις σε μετρητά, αλλά και με άλλα σημαντικά κριτήρια, ενώ μία υγιής επιχείρηση έχει εκ των πραγμάτων το κριτήριο της φερεγγυότητας και, εφόσον έχει αξιοσημείωτο τζίρο και προοπτικές, αξίζει της εμπιστοσύνης των τραπεζών. Αν δεν βοηθηθούν, ανέφερε προς τους εκπροσώπους της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, επιχειρήσεις που τώρα το έχουν ανάγκη θα κλείσουν και θα έχουμε χιλιάδες ανέργους και αυτό δεν συμφέρει καμία τράπεζα. 

Καταλήγοντας, ο κ. Καββαδάς ανέφερε ότι τόσο για την Ελλάδα, όσο και για το τραπεζικό σύστημα, υπάρχει ένα κοινό στοίχημα: να ενισχυθεί η αναπτυξιακή διαδικασία, να έχουν πρόσβαση στη ρευστότητα επιχειρήσεις και επαγγελματίες, σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία. Τόνισε ότι το ίδιο το τραπεζικό σύστημα πρέπει να αντιληφθεί ότι θα βγει και το ίδιο ενισχυμένο και ωφελημένο από την επιστροφή της χώρας σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Ο Βουλευτής έκλεισε την ομιλία με μια ερώτηση προς τους παρισταμένους εκπροσώπους της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών:

«Αυτή τη στιγμή υπάρχουν τα εξής δεδομένα:

Α) οι τράπεζες δανείζονται πλέον με αρνητικό επιτόκιο από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, γεγονός ιδιαίτερα ευνοϊκό.

Β) τα δάνεια του Ταμείου Εγγυοδοσίας έχουν την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80%, γεγονός επίσης ευνοϊκό.

Πώς μπορεί λοιπόν να εξηγηθεί το γεγονός ότι οι τράπεζες ζητούν επιπλέον εγγυήσεις από τις επιχειρήσεις που υποβάλλουν αίτηση δανειοδότησης, τη στιγμή που μόνο του 20% του κεφαλαίου που δάνεισαν δεν καλύπτεται από την κρατική εγγύηση;

Και μάλιστα, να ζητούνται πρόσθετες εξασφαλίσεις και εγγυήσεις από επιχειρήσεις που το 2019 ήταν υγιείς και είχαν έσοδα;

Ποιο είναι λοιπόν το ρίσκο που παίρνουν οι τράπεζες όταν ζητούν διπλές εγγυήσεις;»

 

Σχολιάστε εδώ

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Παρόμοια άρθρα