Κυριακή, 17/10/2021 | 18:05

Η Γιαγιά μου- Γράφει ο Φρίξος Αλεξάνδρου

355 Προβολές
Σπύρος Πλέουρας | 29/01/2021, 8:48 μμ | 1 σχόλιο

 

 

Την Παρασκευή στις 22 Ιανουαρίου, εντελώς αναπάντεχα, κοιμήθηκε η γιαγιά μου η Φερενίκη. Ο θάνατος είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πραγματικότητας της ζωής και νομοτελειακά, ό,τι αρχίζει ωραία τελειώνει με πόνο. Μα η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου και μάλιστα όταν έρχεται σαν κεραυνός εν αιθρία, συνιστά ανεπανόρθωτο πλήγμα στον ψυχισμό του Ανθρώπου.
Η γιαγιά είχε αφιερωθεί ψυχή τε και σώματι στην οικογένειά της. Σε εποχές όπου ο θεσμός της παραδοσιακής οικογένειας δέχεται ανελέητα, απανωτά χτυπήματα με την προβολή κίβδηλων προτύπων και την αλλοτρίωση που προκαλείται από τα ερεθίσματα που λαμβάνουμε από τον κοινωνικό περίγυρο, μας έδειχνε έμπρακτα με την στάση της, την φροντίδα της, το υπερανεπτυγμένο αίσθημα προστατευτικότητας και την εν γένει συμπεριφορά της, ότι η οικογένεια είναι ο συνδετικός μας κρίκος με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, ένα αιμάτινο ποτάμι μέσα στο χρόνο.
Σε περιπτώσεις τέτοιες όπου η επαφή με το αγαπημένο πρόσωπο ήταν σχεδόν καθημερινή, το μυαλό βομβαρδίζεται συνεχώς τις πρώτες μέρες, και η αναψηλάφηση στιγμών και αναμνήσεων δεν είναι συγκεκριμένη, αλλά αφορά ακαθόριστα, σκόρπια χρονικά σημεία. Επί παραδείγματι, θυμάμαι τον μικρό μου εαυτό σε νηπιακή ηλικία, να παρακολουθεί μια παιδική εκπομπή στην τηλεόραση, να συναρπάζεται με τους πρωταγωνιστές, και μέσα στην επόμενη ώρα η γιαγιά να έχει τρέξει να μου αγοράσει τις λούτρινες φιγούρες τους. Θυμάμαι ένα κρύο απόγευμα στο σπίτι, πριν από πολλά χρόνια, υπεύθυνη τότε να με “προσέχει”, κατά την απουσία της μάνας μου στο πανεπιστήμιο όταν παρακολουθούσε το μεταπτυχιακό της πρόγραμμα, να βλέπουμε μαζί “Υπαστυνόμο Rex” και να κουβεντιάζουμε περί ανέμων και υδάτων. Θυμάμαι ένα χριστουγεννιάτικο τραπέζι, και την ανησυχία της να φτιάξει πάντα τα φαγητά που θα ικανοποιούσαν προσωπικά εμένα. Θυμάμαι την ορκωμοσία μου στον Στρατό ως νεοσύλλεκτος, όπου βγαίνοντας από το γήπεδο και χαμένος μέσα στον όχλο, με περίμενε υπομονετικά με τον παππού μου πρώτη σειρά για να με υποδεχθεί και να με αγκαλιάσει. Θυμάμαι…θυμάμαι αναρίθμητα περιστατικά. Μα πιο χαρακτηριστικά θυμάμαι την αγάπη της για την Πρέβεζα, τις διηγήσεις της για την ζωή της στην πόλη πριν μετοικήσει στην Κύπρο και έπειτα τις καλοκαιρινές της διακοπές εκεί.
Ο τόπος καταγωγής της, τον οποίον κυριολεκτικά λάτρευε, ήταν το αγαπημένο και πιο αυθόρμητο θέμα συζήτησης για την γιαγιά. Μου εξιστορούσε τα πάντα αρχίζοντας από τα παιδικά της χρόνια μέχρι την ενηλικίωση, για τις δύσκολες συνθήκες ζωής της στην φτωχή Ελληνική επαρχία των δεκαετιών 1940-60, για τις συνήθειες του τότε κόσμου στην Πρέβεζα που υποδεικνύουν και το χάσμα γενεών, για όλα τα μέρη στα οποία σύχναζε, για τις βόλτες, το σχολείο, τους γονείς της. Μέσα από τις εμπειρίες μιας ζωής αλλοτινής που μου περιέγραφε, μου εμφύσησε τον ίδιο ενθουσιασμό για την Πρέβεζα. Δέθηκα συναισθηματικά με μια πόλη από την οποία αντλώ μόνο κατά το ήμισυ την καταγωγή μου και στην οποία δεν ζω επί μονίμου βάσεως, αλλά παρά ταύτα νιώθω πολίτης της. Εγώ, ένας βέρος Λεμέσιος από γεννησιμιού μου, στις ετήσιες πλέον επισκέψεις μου στη νύμφη του Αμβρακικού, δεν αισθάνομαι ξένο σώμα, αλλά Πρεβεζάνος μέχρι τα μύχια της ψυχής μου. Άλλωστε ένα κυπριακό ρητό λέει ότι “ο τόπος εν ο Άνθρωπος”, και αδιαμφησβήτητα η ξεχωριστή αγάπη που τρέφω για την πόλη οφείλεται στην γιαγιά.
Γεννημένη στις παραμονές της γερμανικής κατοχής, ο βίος της ήταν προδιαγεγραμμένος να χαραχτεί σε δύσβατα μονοπάτια. Ο δρόμος ποτέ δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα, αλλά γεμάτος με κακουχίες και γεγονότα απρόβλεπτα και μη, από αυτά που σφυρηλατούν μαχητικό χαρακτήρα και ατσάλινη θέληση. Μετά τα γεμάτα στερήσεις, πείνα και πενία παιδικά της χρόνια, ολοκλήρωσε τις σπουδές της και κατήλθε με τον παππού μου στην Κύπρο. Διαμένοντες σε ένα κονσερβοκούτι στη Λευκωσία, πάλευαν να μαζέψουν ένα κομπόδεμα ικανό να τους εξασφαλίσει μια μόνιμη και ικανοποιητική στέγη παρά το ότι έπαιρναν τρεις και εξήντα. Όταν επιτέλους το κατάφεραν αυτό, η χαρά τους, η ανακούφιση τους δεν έμελλε να κρατήσει για πολύ. Λίγους μήνες μετά την είσοδο τους στο νεόκτιστο σπίτι, ξέσπασε η τουρκική εισβολή και η γιαγιά αναγκάστηκε να ξεσπιτωθεί κακής κακώς, βλέποντας όλους της τους κόπους να καταρρέουν εν μια νυκτί σαν χάρτινος πύργος. Λίγες μέρες ακολούθως συνέβη και η αιχμαλωσία του παππού μου από τις δυνάμεις κατοχής, με την γιαγιά μου πλέον, μόνη με 2 παιδιά, να μην έχει που την κεφαλήν κλίνη, και να αγνοεί παντελώς τις τύχες του συζύγου της. Το κυπριακό δράμα την επηρέασε άμεσα και άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια του, αλλά με την επιστροφή του παππού μου από την Τουρκία, κατόρθωσαν να ορθοποδήσουν για άλλη μια φορά και να ξαναφτιάξουν την ζωή τους από την αρχή, αυτή τη φορά στην Λεμεσό. Όποιος δεν έχει ζήσει τις συνέπειες του πολέμου ίσως να μην μπορέσει να συλλάβει το μέγεθος της πληγής ενός ανθρώπου που βλέπει την μέχρι πρότινος κατοικία του να μετατρέπεται σε προκεχωρημένο φυλάκιο των τούρκων μέσα στη νεκρά ζώνη, και που επί μήνες βούλιαζε στην αγωνία, το άγχος και την αβεβαιότητα για την άγνωστη μοίρα του στηρίγματος της στη ζωή.
Ο θάνατος του παππού μου προ τεσσάρων ετών, την συγκλόνισε αθεράπευτα, δεν κατάφερε να το ξεπεράσει ποτέ. Η μορφή του κυριαρχούσε συνεχώς στην σκέψη της και κάθε αναφορά στο πρόσωπο του, ήταν ικανή να της προκαλέσει συναισθηματικό ξέσπασμα. Μα το κερασάκι στην τούρτα, ήρθε τον τελευταίο καιρό. Τα βάρβαρα, δυσλειτουργικά και απάνθρωπα μέτρα εγκλεισμού που αποτυχημένα επέβαλαν οι κυβερνώντες-αυτόκλητοι ‘’σωτήρες’’ μας, την ανάγκασαν σε τετράμηνη απομόνωση στο διαμέρισμα της. Για ένα άτομο σε εύθραυστη πλέον κατάσταση, που η μόνη της πραγματική ευχαρίστηση ήταν η καθημερινή επίσκεψη στο σπίτι μας, οι κατάφωρες και παράλογες απαγορεύσεις ήταν λογικό και επόμενο να συμβάλουν σε άλλο ένα μεγάλο σοκ. Αν δε, προσθέσει κάποιος στην εξίσωση και τον σκληρό τραμπουκισμό των καλοταϊσμένων τηλεκαναλιών τα οποία επί εικοσιτετραώρου βάσεως επιδίδονταν σε ένα ρεσιτάλ τρομολαγνείας με μπόλικη γαρνιτούρα πτωμαΐνης, τότε αντιλαμβάνεται την επιπλέον ψυχολογική επιβάρυνση. Δύο φορές μου είπε στο τηλέφωνο ‘’δεν μπορώ άλλο’’, και ακόμη μια όταν, αψηφώντας την παραφροσύνη που επικρατεί, έσπευσα να την επισκεφθώ. Θυμάμαι δε χαρακτηριστικά, είχε τότε αντιληφθεί ότι βρισκόμαστε σε έναν φαύλο κύκλο και ότι το διόλου αθώο νέο καθεστώς κάτω από το οποίο ζούμε, δεν πρόκειται να ημερέψει.
Δυστυχώς, το κακό ελλοχεύει πάντοτε και με θλίβει που χτύπησε τόσο κεραυνοβόλα, χωρίς να προλάβω να της πω μια τελευταία κουβέντα. Μα πιο πολύ με θλίβει η απουσία της από’δω και στο εξής, με θλίβει που δεν θα ξανασυζητήσουμε για τα φλέγοντα ζητήματα, που δεν θα είναι εκεί στην αποφοίτηση μου για να με συγχαρεί και να μου κρατήσει το χέρι. Παρ’όλα αυτά, δεν θα πω αντίο. Στο υπέρλογο βέβαια δεν είναι δυνατόν να δοθεί από τον ανθρώπινο νου μια σαφής ερμηνεία, αλλά αν υπάρχει κάτι μετά την επίγεια ζωή, υπό όποια μορφή και αν είναι αυτό, θα πω ΕΙΣ ΤΟ ΕΠΑΝΙΔΕΙΝ.

Φρίξος Αλεξάνδρου

(Στη φωτογραφία απεικονίζομαι εγώ μαζί με τη γιαγιά μου, στον ποταμό Αχέροντα, το μακρινό 2012)

1 σχόλιο για “Η Γιαγιά μου- Γράφει ο Φρίξος Αλεξάνδρου”

  1. Ο/Η ΚΟΜΙΝΑΚΗΣ ΠΕΤΡΟΣ λέει:

    ΠΟΛΥ ΥΠΕΡΟΧΟ ΤΟ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΗΣΤΗΡΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΟΥ ΑΓΑΠΗΤΕ ΦΡΙΞΟ Η ΣΥΖΥΓΟΣ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΕΞΑΔΕΛΦΗ ΤΗΣ ΕΚΛΙΠΟΥΣΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΣΟΥ ΑΣ ΕΧΕΙ ΚΑΛΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ..ΤΟΝ ΑΞΙΖΕΙ ΑΛΛΩΣΤΕ

Απάντησε στο σχόλιο του / της ΚΟΜΙΝΑΚΗΣ ΠΕΤΡΟΣ Ακύρωση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Παρόμοια άρθρα