Τετάρτη, 18/10/2017 | 12:32

H Ελληνική «Δικαιοσύνη» εχθρός του λαού Η απόφαση για τα αναδρομικά των βουλευτών

2 Προβολές
Σπύρος Πλέουρας | 09/01/2016, 5:44 μμ | 0 σχόλια

Του Γιάννη Αποστολίδη* (Ξένη Δημοσίευση)


Οι σκέψεις που ακολουθούν γράφονται λήγοντος του παράξενου έτους 2015 και έχουν αφορμή την επιδίκαση αναδρομικών στους συνταξιούχους βουλευτές.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η ελληνική δήθεν Δικαιοσύνη, δηλαδή η συντεχνία των δικαστών και των εισαγγελέων, που ευθύνεται κυρίως αυτή για την οικτρή κατάσταση της Χώρας μας, μένει στο απυρόβλητο ενώ βρίσκεται πίσω και από αυτήν την σκανδαλώδη διεκδίκηση αναδρομικών από τους συνταξιούχους βουλευτές, αφού η υπόθεση αυτή έχει τη νομική ρίζα της στα αναδρομικά που πήραν εκβιαστικά οι δικαστικοί το 2008, σε εφαρμογή της αριθμ. 13/2006 απόφασης του Μισθοδικείου, της πιο βρώμικης από καταβολής της ελληνικής Δικαιοσύνης.
Με βάση μάλιστα την ίδια αυτή απόφαση έγινε και η ανάκτηση με την αριθμ. 88/2013 του Μισθοδικείου των περικοπών (το 2012) των δικαστικών αποδοχών, καθώς και η δικαστική αναγνώριση και νέων αναδρομικών τους το 2013, όπως επίσης για τους συνταξιούχους βουλευτές το 2014, και έτσι επιβεβαιώνεται ότι η θεσμοθετημένη διαφθορά καλά κρατεί στη χώρα μας από το… 500 πΧ, οπότε καθώς διασώζει ο Στοβαίος «Δημοκράτης ιδών κλέπτην υπό των ένδεκα απαγόμενον, Άθλιε, είπε, τι γαρ τα μικρά έκλεπτες αλλ’ ου τα μεγάλα, ίνα και εσύ άλλους απήγες», δηλαδή, κάποιος ονόματι Δημοκράτης όταν είδε ένα κλεφτρόνι να το πηγαίνουν φυλακή, του λέει, βρε άθλιε, έκλεβες ψιλοπράματα, ενώ αν έκλεβες εκατομμύρια θα πήγαινες εσύ τους άλλους φυλακή, γιατί θα ήσουν εσύ νομοθέτης και δικαστής.


Για να καταλάβει κανείς το τι «νόμιμη» κλεψιά είχε πέσει, το που εκτίναξε τις αποδοχές των δικαστικών η βρώμικη 13/2006 απόφαση του Μισθοδικείου (πέρα από τα αναδρομικά που πήραν, 140.000 ευρώ μέσο όρο ο καθένας) αρκεί να γίνει η εξής σύγκριση των πριν τις περικοπές αποδοχών των υπαγομένων στο ειδικό μισθολόγιο, με 17 χρόνια υπηρεσίας και τριτοβάθμια εκπαίδευση: Ο στρατιωτικός (ταγματάρχης) είχε ετήσιες αποδοχές 28.796 ευρώ, ο πανεπιστημιακός (αναπληρωτής καθηγητής) 43.420 και ο δικαστικός (εφέτης) 82.547!!!
Συνεχίζουμε.
  Με την αριθμ. 13/2006 απόφαση του Μισθοδικείου (δικαστήριο  συγκροτούμενο από 3 δικαστικούς, 3 καθηγητές πανεπιστημίου και 3 δικηγόρους, αρμόδιο για την εκδίκαση διαφορών από δικαστικές αποδοχές) εξομοιώθηκαν οι αποδοχές των προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων (και αυτομάτως αναλογικά ΟΛΩΝ των 6000 δικαστικών και των ομόσιτων μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ) προς τις πρωτοφανείς αποδοχές ΕΝΟΣ ατόμου, του προέδρου της Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων. Το κόστος αυτής της απόφασης του Μισθοδικείου ξεπερνούσε τα δύο δισεκατομμύρια. Άλλωστε γι’  αυτόν το λόγο οι καθηγητές πανεπιστημίου που μετείχαν στη σύνθεσή του μειοψήφισαν, με το σκεπτικό ότι, λόγω του σωρευτικού αποτελέσματος, αυτή η απόφαση «κινδυνεύει να εξουθενώσει τα οικονομικά της χώρας με συνέπεια την πρακτική αδυναμία του Κράτους να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του», όπως και έγινε!


   Τι μπορούσε να κάνει η τότε κυβέρνηση Καραμανλή για να αποσοβήσει τα καταστρεπτικά αποτελέσματα αυτής της απόφασης; Εδώ χρειάζεται να εξηγηθεί το εξής: Η απόφαση του Μισθοδικείου έχει το εξής σκεπτικό: Κρίθηκε ότι είναι αντισυνταγματικές οι αποδοχές οποιουδήποτε λειτουργού ή υπαλλήλου του δημοσίου κατά το ποσό που υπερβαίνουν τις δικαστικές αποδοχές. Ας μην εξετάσουμε εδώ την ορθότητα αυτής της κρίσης. Πάντως η λογική, δίκαιη και νομικά ορθή συνέπεια αυτής της παραδοχής θα ήταν να ακυρώσει αυτό το δικαστήριο  κατά το ισόποσο της υπέρβασης τις αποδοχές του προέδρου της ΕΕΤΤ. Αντί γι αυτό έγινε το εξής απίστευτο: Για την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης (!!!)  το δικαστήριο ανέβασε τις δικαστικές αποδοχές  στο ύψος των αποδοχών του προέδρου της ΕΕΤΤ!!!  Έτσι, με βάση την απόφαση του Μισθοδικείου έβγαιναν περίπου 200.000 ευρώ αναδρομικά κατά μέσο όρο για κάθε δικαστικό και μέλος του ΝΣΚ. Δηλαδή τινάσσονταν στον αέρα τα οικονομικά της Χώρας.


Λοιπόν, τι μπορούσε και τι έπρεπε κατά Νόμο να γίνει; Έπρεπε να μειώσει η κυβέρνηση τις αποδοχές του προέδρου της ΕΕΤΤ κατά το ποσό που το ίδιο το Μισθοδικείο τις έκρινε αντισυνταγματικές, δηλαδή να τις κατεβάσει στο ύψος των αποδοχών των προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων. Δεν θα επρόκειτο για περικοπή αποδοχών αλλά για αποκατάστασή τους στο νόμιμο ύψος. Αλλά ποιος έπρεπε να συμβουλεύσει την κυβέρνηση να κάνει αυτήν τη νόμιμη ενέργεια; Φυσικά οι φυσικοί σύμβουλοι του Κράτους, τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αλλά δεν το έκαναν. Γιατί; Διότι απλούστατα φρόντισαν σε ανύποπτο χρόνο να βάλλουν στο Σύνταγμα τη διάταξη αριθμ. 100Α με την οποία εξομοιώθηκαν οι αποδοχές τους προς τις δικαστικές αποδοχές, δηλαδή είχαν παχυλό συμφέρον να μην εξουδετερωθούν τα αποτελέσματα της απόφασης του Μισθοδικείου.


  Έτσι αντί να κάνει αυτήν τη νόμιμη και σωτήρια ενέργεια, η κυβέρνηση Καραμανλή συμβιβάστηκε με τους δικαστές και τους έδωσε, με την ΚΥΑ 2/10601/0022/30.1.2008,   συνολικά 830.000.000 ευρώ αναδρομικά και αύξηση των αποδοχών τους, με το Ν 3691/2008, γύρω στο 80%. ΣΤΗΝ ΒΑΣΗ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΑΥΞΗΣΗΣ ΖΗΤΟΥΝ ΤΩΡΑ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΤΑ ΑΙΣΧΡΑ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΕΠΙΔΙΚΑΣΕ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ. Αλλά πως συνδέονται αυτά; Ας το εξηγήσουμε:


  Κατά το Σύνταγμα ( άρθρο111 παρ. 2 που διατηρεί την ισχύ του Ζ/1975 Ψηφίσματος) η βουλευτική αποζημίωση, με βάση την οποία ορίζεται και η βουλευτική σύνταξη, είναι ίση με τις αποδοχές του προέδρου του Αρείου Πάγου. Λοιπόν, προσέξτε και φρίξτε: Οι συνταξιούχοι βουλευτές, μετά την παροχή των αναδρομικών 830.000.000 ευρώ προς τους δικαστικούς, είχαν διεκδικήσει με αγωγές κατά του Κράτους τα ίδια αναδρομικά και μάλιστα με μέτρο υπολογισμού τις αποδοχές των προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων. Αλλά οι αγωγές τους απορρίφθηκαν με τις αποφάσεις αριθμ. 2 και 3/2013 της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που τρομοκρατημένο από την λαϊκή αγανάκτηση που σίγουρα θα ξεσπούσε, όπως πρέπει να ξεσπάσει και τώρα, ανακάλεσε την προγενέστερη αριθμ. 2078/2010 της ίδιας Ολομέλειας που δικαίωνε τους βουλευτές, κρίνοντας αυτή τη φορά (κατ’ αποδοχή του σκεπτικού κατώτερου δικαστηρίου, της αριθμ. 13/2012 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών!)  ότι εκείνα τα αναδρομικά που πήραν οι δικαστές, τα 140.000 ευρώ μέσο όρο ο καθένας, δεν συνιστούσαν αναδρομική αύξηση τακτικών αποδοχών (οπότε ίδια αύξηση θα εδικαιούντο, κατά το Σύνταγμα, και οι συνταξιούχοι βουλευτές) αλλά έκτακτη εφάπαξ παροχή προς αυτούς για τον εξής λόγο: Διότι από το 2003 μέχρι το 2007 υπήρξε, λένε αυτές οι αποφάσεις, «πρόσθετος μεγάλος φόρτος εργασίας για τους δικαστικούς λειτουργούς…… και για το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους…… αφενός εξαιτίας της εισόδου μεγάλου αριθμού οικονομικών μεταναστών……… αφετέρου λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων……».


Τι πρόστυχο σκεπτικό! Και πρέπει να πω ότι δεν πρέπει να φοβούμαστε τα λόγια μας όταν αναφερόμαστε σε εκείνους που δεν φοβήθηκαν τις πράξεις τους. Δηλαδή ουσιαστικά μας είπε αυτό το δικαστήριο ότι ενώ η νεολαίοι μας ως εθελοντές έδιναν την αλκή τους για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, οι δικαστές και τα μέλη του ΝΣΚ τα τσέπωναν χοντρά, επειδή τσακίστηκαν στην κούραση από αυτούς τους Αγώνες και από τους μετανάστες – και εκείνοι οι εθελοντές που δούλεψαν χωρίς τσακιστή δεκάρα για την έστω εφήμερη δόξα της πατρίδας τώρα ρέβουν στην ανεργία και την κατάθλιψη ή πήραν τον δρόμο για την ξενιτιά. ΟΣΟ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΑΟΣ ΔΕΝ ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ ΤΟ ΠΟΣΟ ΑΙΣΧΡΑ ΤΟΥ ΦΕΡΘΗΚΕ Η ΔΗΘΕΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΤΟΣΟ ΘΑ ΠΑΡΑΤΕΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΠΟΥ ΖΕΙ ΤΩΡΑ ΚΥΡΙΩΣ ΕΞ ΑΙΤΙΑΣ ΤΗΣ.


Βέβαια, όπως είπα, ο πραγματικός λόγος της απόρριψης των αγωγών των συνταξιούχων βουλευτών ήταν ότι αν γινόταν δεκτές θα ξεσπούσε σάλος και θα έρχονταν στην επιφάνεια ότι το νομικό θεμέλιο της «δικαίωσης» των βουλευτών ήταν η αριθμ. 13/2006 απόφαση του Μισθοδικείου, που έδωσε τα αισχρά αναδρομικά στους δικαστικούς. Λοιπόν, τα δικαστήρια προστάτεψαν αυτήν την πλουτοφόρα γι’ αυτούς απόφαση από τις παρενέργειές της, δηλαδή από την επιδίκαση  200 – 300 χιλιάδων ευρώ σε καθέναν από τους γύρω στους 700 συνταξιούχους βουλευτές που είχαν τότε κάνει αγωγή για να πάρουν και εκείνοι εκείνα τα πρώτα αναδρομικά των δικαστών. Αλλά όπως προανέφερα, η  απόφαση αριθμ. 13/2006 του Μισθοδικείου, πέρα από τα αναδρομικά που επιδίκαζε στους δικαστές προκάλεσε και την θηριώδη αύξηση ΤΩΝ ΤΑΚΤΙΚΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΤΟΥΣ με τροπολογία στο νόμο 3691/2008 – πρόκειται, τι σατανική σύμπτωση, για το νόμο περί βρώμικου χρήματος….


Επομένως σε περίπτωση που οι συνταξιούχοι βουλευτές επικαλούμενοι την αύξηση των δικαστικών αποδοχών διεκδικούσαν αντίστοιχη αύξηση βάσει αυτού του νόμου και του Ζ/1975 Ψηφίσματος, δεν θα μπορούσε να απορρίψει το δικαστήριο, το Ελεγκτικό Συνέδριο, τις απαιτήσεις τους για αναδρομικά, αφού δεν μπορούσε βέβαια να πει ότι και αυτές οι (τακτικές και όχι έκτακτες!) αυξήσεις στους δικαστές δόθηκαν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες και για τους οικονομικούς μετανάστες! Λοιπόν, η Δικαιοσύνη παγιδευμένη στο παλιό της αμάρτημα, στην αριθμ. 13/2006 απόφαση του Μισθοδικείου, επιδίκασε  δια του Ελεγκτικού Συνεδρίου τα νέα αναδρομικά στους συνταξιούχους βουλευτές ΚΑΙ ΘΑ ΕΠΙΔΙΚΑΖΕΙ ΣΥΝΕΧΩΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΕΤΟΙΑ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ, δηλαδή θα υπάρχει πάντοτε μια ανοιχτή πληγή για τα δημόσια οικονομικά και μια αιτία διασυρμού του κορυφαίου θεσμού της δημοκρατίας μας, της Βουλής.


Και θα ρωτήσει κάθε απελπισμένος έλληνας, τι μπορούμε να κάνουμε;
 Αν ο Χαρίλαος Τρικούπης έγραφε άρθρο με τίτλο «Τι πταίει;» αντί για το «Τις πταίει;» που έγραψε, αν δηλαδή η πολιτική κουλτούρα μας προέτρεπε να επιδιδόμαστε περισσότερο στον εντοπισμό των αιτιών αντί των αίτιων της κακοδαιμονίας μας, τότε η μοίρα της Χώρας θα ήταν πολύ διαφορετική, θα είχαν ίσως αποφευχθεί και μεγάλες εθνικές καταστροφές. Έτσι και τώρα, αντί  μόνο να στηλιτεύουμε τους συνταξιούχους βουλευτές και να κάνουμε εκκλήσεις στο εθνικό φιλότιμό τους για να παραιτηθούν από τα αισχρά αναδρομικά (πρέπει να το κάνουμε και αυτό αλλά όχι κυρίως αυτό), ας κοιτάξουμε να θεραπεύσουμε το κακό στη ρίζα του, δηλαδή να εξαλείψουμε τις αιτίες που το προκαλούν. Και για να γίνει αυτό πρέπει α) Με την πρώτη ευκαιρία, δηλαδή με την πρώτη Αναθεωρητική Βουλή πρέπει να καταργηθεί το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος που ορίζει ότι «Οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους». Αυτή η διάταξη υπέστη ερμηνευτική κακουργία από το 1986 και μετά, αφότου θεωρήθηκε νομολογιακά  ότι καμιά κατηγορία δημοσίων λειτουργών ή υπαλλήλων (αλλά ούτε και ένα μόνο άτομο, σύμφωνα με την αισχρή αριθμ. 13/2006 απόφαση του Μισθοδικείου) δεν δικαιούται να πάρει αποδοχές μεγαλύτερες από τις δικαστικές.


Αυτή η νομολογία (που ήδη συνιστά και νομοθετική διάταξη, άρθρο 57 Ν 3691/2008) πέραν των άλλων εμποδίζει το Κράτος και γενικά τον δημόσιο τομέα να προσλαμβάνει ειδικό εξειδικευμένο προσωπικό ακόμα και από την διεθνή αγορά, τόσο μάλιστα απαραίτητο στις συνθήκες κρίσης που προβλέπεται μακροχρόνια. Βέβαια αυτή η συνταγματική διάταξη ,88 παρ. 2, θα ήταν ανώδυνη αν δεν ερμηνευόταν τόσο διεστραμμένα, αν δηλαδή δεν θεωρούσαν τα ιδιοτελή για τους δικαστές δικαστήρια ότι σε αυτήν θεμελιώνεται αδικοπραξία του Δημοσίου και υποχρέωσή του προς αποζημίωση των δικαστών αν τυχόν δοθούν σε κάποια κατηγορία λειτουργών ή υπαλλήλων αποδοχές μεγαλύτερες από τις δικαστικές χωρίς ταυτόχρονη αύξηση και των δικαστικών αποδοχών. β) Πρέπει έστω και τώρα, έστω και τόσο αργά να ακυρωθούν αναδρομικά οι από το 2003 μέχρι το 2007 αποδοχές του προέδρου της ΕΕΤΤ κατά το ποσό που υπερέβαιναν τις αποδοχές των προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων ώστε να εξαλειφθεί η νομική βάση της απόφασης αριθμ. 13/2006 του Μισθοδικείου και να γίνουν οι κατάλληλες νομοθετικές ρυθμίσεις για να θεραπευθούν όσο είναι δυνατό οι καταστροφικές για τα δημόσια οικονομικά αλλά κυρίως για το κύρος του βουλευτικού αξιώματος και του δικαστικού λειτουργήματος συνέπειες αυτής της απόφασης.


Και πρέπει εδώ να σημειώσω ότι οι αποδοχές του προέδρου της ΕΕΤΤ, στο ύψος των οποίων αύξησε το Μισθοδικείο τις δικαστικές αποδοχές, ΗΤΑΝ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ διότι ο νόμος (παρ. 9 άρθ. 3 Ν 2867/2000) που εξουσιοδοτούσε τους υπουργούς Οικονομικών και Μεταφορών όριζε ότι μπορούν να τις  καθορίζουν «κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων» εννοώντας φυσικά παρέκκλιση από διατάξεις τυπικών νόμων και όχι συνταγματικών διατάξεων, ενώ, όπως έκρινε το Μισθοδικείο, οι αποδοχές αυτές παραβίαζαν συνταγματικές διατάξεις, τις 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 Συντ. και άρα η ΚΥΑ που τις καθόρισε βρισκόταν εκτός του εξουσιοδοτικού πλαισίου και συνεπώς ήταν παράνομη , λόγος άλλωστε και αυτός (που δεν πρόσεξε το Μισθοδικείο…) για τον οποίο δεν μπορούσαν αυτές οι αποδοχές να επεκταθούν (αλλά επεκτάθηκαν…) στους δικαστικούς (ad hoc ΑΠ 95/2011).


   Και εν κατακλείδι έχω να προτείνω κάτι: Ας μπούμε με γέλιο και χαρά στο  έτος 2016 που ανέτειλε. Και μπορούμε να γελάσουμε μέχρι δακρύων, να ξεκαρδιστούμε και νε πέσουμε ξεροί απ’ τα γέλια (και να πλαντάξουμε στο κλάμα) αν σκεφτούμε τα εξής: Ότι η απόφαση αριθμ. 13/2006 του Μισθοδικείου λέει ότι ο νομοθέτης, δηλαδή οι βουλευτές και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, παρανόμησαν μη εξισώνοντας τις δικαστικές αποδοχές με τις αποδοχές του προέδρου της ΕΕΤΤ. Αποδίδοντας λοιπόν παρανομία στους βουλευτές, καταδικάστηκε το Κράτος σε αδικοπρακτική αποζημίωση των δικαστών βάσει του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ. Μεταξύ όμως των βουλευτών που, κατά το Μισθοδικείο, παρανόμησαν, είναι και οι συνταξιούχοι βουλευτές που τώρα ζητούν τα πολυσυζητημένα αυτές τις μέρες αναδρομικά! Και ζητούν αυτά τα αναδρομικά οι βουλευτές επικαλούμενοι την αριθμ. 13/2006 απόφαση του Μισθοδικείου, δηλαδή επικαλούμενοι την δική τους παρανομία!!! Σου λένε δηλαδή, Έλληνα πολίτη, οι συνταξιούχοι βουλευτές τα εξής: Η παρανομία μας, ημών των πρώην βουλευτών, θεμελίωσε τα αναδρομικά των δικαστικών. Οι δικές μας συντάξεις είναι  κατά το Σύνταγμα συνάρτηση των δικαστικών αποδοχών. Άρα πλήρωνε, φορολογούμενε πολίτη, τους δικαστές για την παρανομία μας, και μετά γύρνα πλήρωνε και σε εμάς για την ίδια παρανομία μας!!!  ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ, ΔΥΣΤΥΧΕ ΕΛΛΗΝΑ, ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ, ΔΥΣΤΥΧΗ  ΠΑΤΡΙΔΑ.  

Σχολιάστε εδώ

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Παρόμοια άρθρα